Η αναχώρηση του βοσκού είναι στοιχείο προοικονομίας.
Για να επισπευσθούν οι εξελίξεις γίνεται ενανθρώπιση της Αθηνάς. Στα λόγια της υπάρχει και προϊδεασμός.
Aνακαλείται (από τη 19η Ενότητα) η αναγνωριστική διαδικασία της Iθάκης από τον Oδυσσέα και συγκρίνεται με τη διαδικασία της αναγνώρισης του Oδυσσέα από τον Tηλέμαχο, για να προκύψει η επανάληψη των ίδιων μοτίβων (με τις αναγκαίες προσαρμογές) και η τυπικότητα επομένως του θέματος:
• προϋποτίθεται κι εδώ η πολύχρονη απουσία του αναγνωριζόμενου από τον αναγνωριστή·
• μεθοδεύεται η απομόνωση των δύο αναγνωριστικών υποκειμένων·
• ο αναγνωριζόμενος είναι ήδη καλυμμένος (παραμορφωμένος και μεταμφιεσμένος)·
• ακολουθεί η αποκάλυψη (αποκατάσταση του προσώπου και ομολογία της ταυτότητάς του)·
• μεσολαβεί η δοκιμασία (δυσπιστία του αναγνωριστή – διαβεβαιώσεις του αναγνωριζόμενου),
• που καταλήγει στην αναγνώριση και στην έκφραση συναισθημάτων.
Η νέα μορφή του Οδυσσέα δυσκολεύει την αναγνώριση και συνιστά επιβράδυνση. Γι’ αυτό ο ποιητής βάζει τον Οδυσσέα ν’ αυτοπαρουσιάζεται με λίγα και απλά λόγια :
1. Αίρει τη λανθασμένη εντύπωση του Τηλέμαχου (άρση) και τον βεβαιώνει ότι είναι ο πατέρας του (θέση).
2. Απολογείται για τις δυσκολίες του γιου του δηλώνοντας την ενοχή του.
3. Στο τέλος εκδηλώνει ανοιχτά τη συγκίνησή του. Μπροστά στη δυσπιστία του Τηλ. ο Οδυσσέας αναφέρει στοιχεία της προσωπικής του ιστορίας και αποκαλύπτει την επέμβαση της Αθηνάς.
Η αναγνώριση κλιμακώνεται ως εξής :
1. Αρχικά η ταυτότητα του Οδυσσέα είναι κρυμμένη.
2. Μετά την αναχώρηση του Εύμαιου πατέρας και γιος μένουν μόνοι.
3. Με τη θεϊκή επέμβαση γίνεται η μεταμόρφωση του Οδυσσέα και η αποκάλυψη της πραγματικής του ταυτότητας.
4. Ο Τηλέμαχος δυσπιστεί κι αρνείται την αποκάλυψη.
5. Ο Οδυσσέας αναφέρει αποδεικτικά στοιχεία.
6. Ο Τηλέμαχος πείθεται και ολοκληρώνεται η αναγνώριση.
Παρότι η αναγνώριση είναι τυπικό θέμα, στην Οδύσσεια οι αναγνωρίσεις έχουν τις ακόλουθες ιδιαιτερότητες :
- Το ένα από τα δύο πρόσωπα είναι πάντα ο Οδυσσέας.
- Είναι μονόπλευρες με την έννοια ότι ο Οδυσσέας γνωρίζει τον άλλον.
- Η μία από αυτές γίνεται άμεσα και μάλιστα από ζώο (η αναγνώριση από τον Άργο).
Η ομορφιά του Οδυσσέα πέρα από θεματικό στοιχείο παραπλανά τον Τηλέμαχο, που εκλαμβάνει τον Οδυσσέα ως θεό. Έτσι δίνεται αφορμή για να συζητηθεί πάλι το θέμα της σχέσης θεών και ανθρώπων, γνωστό από τη βουλή του Δία, ραψωδία α, από τη συνάντηση Οδυσσέα- Ναυσικάς και από πολλές άλλες παρεμβάσεις. Από τα λόγια του Τηλέμαχου αποκαλύπτεται η θεοσέβειά του, η παράκληση να βοηθήσουν οι θεοί και η υπόσχεση για ανταπόδοση με πολύτιμα δώρα (θέμα ανταπόδοσης και δώρων). Η αναφορά στα δώρα συνειρμικά οδηγεί τη σκέψη του αναγνώστη στα κρυμμένα δώρα του Οδυσσέα, στοιχείο που αγνοεί ο Τηλέμαχος (επική ειρωνεία).
Ο Οδυσσέας χωρίς περιστροφές αυτοαποκαλύπτεται σε τρεις στίχους περιεκτικούς οι οποίοι αναφέρονται στον πόνο του γιου για τον πατέρα και στα όσα υποφέρει από τους μνηστήρες. Η αναφορά στις «βίαιες πράξεις» υπενθυμίζει την ύβρη των μνηστήρων και την αναμενόμενη τιμωρία ως κάθαρση και αποκατάσταση της τάξης (προοικονομία). Η αναγνώριση δεν είναι αμοιβαία, ο Οδυσσέας κλαίει και φιλά το γιο του, ενώ ο Τηλέμαχος διστάζει, στοιχείο που, επίσης, αποκαλύπτει την ωριμότητά του. Σχολιάζεται η αναφορά σε πιθανό δόλο των θεών και η δύναμή τους να μεταμορφώνουν τους ανθρώπους. Ο Οδυσσέας μιλάει πατρικά προκαλώντας τα συναισθήματα του γιου του και διαβεβαιώνοντας ότι ο νόστος έγινε και δεν υπάρχει άλλος Οδυσσέας. Η βεβαιότητα του ήρωα αφηγητή, η συνοπτική αναφορά στα πάθη του και τις περιπλανήσεις του και η εξήγηση της θεϊκής παρέμβασης είναι στοιχεία πειθούς που κάνουν τον Τηλέμαχο να υποχωρήσει και να συντελεστεί η αναγνώριση σε κλίμα έντονης συναισθηματικής φόρτισης, που δίνεται εύγλωττα με την παρομοίωση. Σε αυτό το σημείο επισημαίνεται η δοκιμασία «πείρα» πριν την αναγνώριση ως στοιχείο αρχετυπικό, όπως και η παρουσίαση του θρήνου, πρόκειται για δάκρυα χαράς, που παρουσιάζεται ιδιαίτερα πετυχημένα με εικόνες από το φυσικό βασίλειο (παρομοίωση).Ο ποιητής βάζει τον Τηλέμαχο να κάνει ερωτήσεις φυσιολογικές σε ανάλογες περιπτώσεις (στερεοτυπικές) για το πώς έφτασε στην Ιθάκη και ποιοι τον έσωσαν ( γενιά). Έτσι υποβάλλονται αξίες και δίνεται χρόνος να ακουστεί από πρώτο χέρι η ευγένεια των Φαιάκων στοιχεία που γνωρίζει ο ακροατής της αφήγησης, αλλά δεν γνωρίζει ο ήρωάς της Τηλέμαχος, αφού δεν ήταν παρών στους απολόγους της Σχερίας. Με αφορμή τις ερωτήσεις γίνεται μνεία στη φιλοξενία των Φαιάκων και στη βοήθεια που πρόσφεραν στον Οδυσσέα σεβόμενοι τους ξένους (αξίες στην κοινωνία των Φαιάκων).
Ένα άλλο στοιχείο που πρέπει να σχολιασθεί είναι ο ύπνος του Οδυσσέα και τα δώρα που του δόθηκαν. Η αναφορά στα δώρα ενώνει τα νήματα από το τέλος της ραψωδίας ν με το τέλος της ραψωδίας π. Σημαντική είναι οι δυο τελευταίοι στίχοι της ραψωδίας π, που αποκαλύπτουν τον επόμενο στόχο πατέρα και γιου με τη βοήθεια της Αθηνάς, αλλά και την απαραίτητη κάθαρση για την αποκατάσταση της ισορροπίας στην κοινωνία της Ιθάκης (ομηρικός κόσμος).
Kατά τη διαδικασία του αναγνωρισμού ο Tηλέμαχος έζησε μια κλίμακα συναισθημάτων που παρουσιάζει καμπύλη: από την κατάπληξη και το δέος, πέρασε στη δυσπιστία και στην αμφιβολία, αλλά και γρήγορα στην πειθώ, για να κλείσει με σπαραχτική συγκίνηση. Tη γρήγορη εξέλιξη αυτής της κλίμακας δικαιολογεί ο αιφνιδιασμός στην αρχή και η αναφορά στο θαύμα έπειτα, που λειτουργεί καταλυτικά.
H παρομοίωση των στίχων π 242-5/<216-9>
«O γιος ρίχνεται στην αγκαλιά του πατέρα του, κι οι δυο ξεσπούν σε θρήνο. Tο κλάμα τους παραβάλλεται με τον απελπισμένο και οξύ γόο πουλιών, που τα άφτερα μικρά τους τα άρπαξαν μέσα από τη φωλιά κάποιοι αγρότες. H παρομοίωση θεωρήθηκε γενικά ατυχής, επειδή συσχετίζει το κλάμα της χαράς με τον θρήνο της απελπισίας. [ Όμως] η παρομοίωση και ο θρήνος των πουλιών υποβάλλει πριν απ’ όλα το μοτίβο της στέρησης – κι αυτό θέλει εδώ ο ποιητής να εξάρει. O θρήνος του Oδυσσέα και του Tηλέμαχου, όπως εξάλλου και κάθε κλάμα σε στιγμές αναγνωρισμού ή συνάντησης ύστερα από μακροχρόνιο χωρισμό, υπαγορεύεται περισσότερο από την ανάμνηση της στέρησης, και λιγότερο από τη χαρά για την αντάμωση. H ανάμνηση της στέρησης ανεβαίνει στη συνείδηση, εντονότερα από κάθε άλλη στιγμή, την ώρα της επανασυνάντησης: τώρα που ο χωρισμός τέλειωσε, αποκαλύπτεται αβάσταχτος, παράλογος και τρομερός – γι’ αυτό και κλαίμε ή κ α ι γι’ αυτό.»
Η σκηνή της συνάντησης είναι ιδιαίτερα σημαντική και από άποψη περιεχομένου και από άποψη τεχνική, γι’ αυτό διαθέτει :
- Σχήμα άρσης και θέσης
- Μεταφορές, εικόνες, προσφώνηση, παρομοίωση, σύγκριση, υπερβολή
Για να επισπευσθούν οι εξελίξεις γίνεται ενανθρώπιση της Αθηνάς. Στα λόγια της υπάρχει και προϊδεασμός.
Aνακαλείται (από τη 19η Ενότητα) η αναγνωριστική διαδικασία της Iθάκης από τον Oδυσσέα και συγκρίνεται με τη διαδικασία της αναγνώρισης του Oδυσσέα από τον Tηλέμαχο, για να προκύψει η επανάληψη των ίδιων μοτίβων (με τις αναγκαίες προσαρμογές) και η τυπικότητα επομένως του θέματος:
• προϋποτίθεται κι εδώ η πολύχρονη απουσία του αναγνωριζόμενου από τον αναγνωριστή·
• μεθοδεύεται η απομόνωση των δύο αναγνωριστικών υποκειμένων·
• ο αναγνωριζόμενος είναι ήδη καλυμμένος (παραμορφωμένος και μεταμφιεσμένος)·
• ακολουθεί η αποκάλυψη (αποκατάσταση του προσώπου και ομολογία της ταυτότητάς του)·
• μεσολαβεί η δοκιμασία (δυσπιστία του αναγνωριστή – διαβεβαιώσεις του αναγνωριζόμενου),
• που καταλήγει στην αναγνώριση και στην έκφραση συναισθημάτων.
Η νέα μορφή του Οδυσσέα δυσκολεύει την αναγνώριση και συνιστά επιβράδυνση. Γι’ αυτό ο ποιητής βάζει τον Οδυσσέα ν’ αυτοπαρουσιάζεται με λίγα και απλά λόγια :
1. Αίρει τη λανθασμένη εντύπωση του Τηλέμαχου (άρση) και τον βεβαιώνει ότι είναι ο πατέρας του (θέση).
2. Απολογείται για τις δυσκολίες του γιου του δηλώνοντας την ενοχή του.
3. Στο τέλος εκδηλώνει ανοιχτά τη συγκίνησή του. Μπροστά στη δυσπιστία του Τηλ. ο Οδυσσέας αναφέρει στοιχεία της προσωπικής του ιστορίας και αποκαλύπτει την επέμβαση της Αθηνάς.
Η αναγνώριση κλιμακώνεται ως εξής :
1. Αρχικά η ταυτότητα του Οδυσσέα είναι κρυμμένη.
2. Μετά την αναχώρηση του Εύμαιου πατέρας και γιος μένουν μόνοι.
3. Με τη θεϊκή επέμβαση γίνεται η μεταμόρφωση του Οδυσσέα και η αποκάλυψη της πραγματικής του ταυτότητας.
4. Ο Τηλέμαχος δυσπιστεί κι αρνείται την αποκάλυψη.
5. Ο Οδυσσέας αναφέρει αποδεικτικά στοιχεία.
6. Ο Τηλέμαχος πείθεται και ολοκληρώνεται η αναγνώριση.
Παρότι η αναγνώριση είναι τυπικό θέμα, στην Οδύσσεια οι αναγνωρίσεις έχουν τις ακόλουθες ιδιαιτερότητες :
- Το ένα από τα δύο πρόσωπα είναι πάντα ο Οδυσσέας.
- Είναι μονόπλευρες με την έννοια ότι ο Οδυσσέας γνωρίζει τον άλλον.
- Η μία από αυτές γίνεται άμεσα και μάλιστα από ζώο (η αναγνώριση από τον Άργο).
Η ομορφιά του Οδυσσέα πέρα από θεματικό στοιχείο παραπλανά τον Τηλέμαχο, που εκλαμβάνει τον Οδυσσέα ως θεό. Έτσι δίνεται αφορμή για να συζητηθεί πάλι το θέμα της σχέσης θεών και ανθρώπων, γνωστό από τη βουλή του Δία, ραψωδία α, από τη συνάντηση Οδυσσέα- Ναυσικάς και από πολλές άλλες παρεμβάσεις. Από τα λόγια του Τηλέμαχου αποκαλύπτεται η θεοσέβειά του, η παράκληση να βοηθήσουν οι θεοί και η υπόσχεση για ανταπόδοση με πολύτιμα δώρα (θέμα ανταπόδοσης και δώρων). Η αναφορά στα δώρα συνειρμικά οδηγεί τη σκέψη του αναγνώστη στα κρυμμένα δώρα του Οδυσσέα, στοιχείο που αγνοεί ο Τηλέμαχος (επική ειρωνεία).
Ο Οδυσσέας χωρίς περιστροφές αυτοαποκαλύπτεται σε τρεις στίχους περιεκτικούς οι οποίοι αναφέρονται στον πόνο του γιου για τον πατέρα και στα όσα υποφέρει από τους μνηστήρες. Η αναφορά στις «βίαιες πράξεις» υπενθυμίζει την ύβρη των μνηστήρων και την αναμενόμενη τιμωρία ως κάθαρση και αποκατάσταση της τάξης (προοικονομία). Η αναγνώριση δεν είναι αμοιβαία, ο Οδυσσέας κλαίει και φιλά το γιο του, ενώ ο Τηλέμαχος διστάζει, στοιχείο που, επίσης, αποκαλύπτει την ωριμότητά του. Σχολιάζεται η αναφορά σε πιθανό δόλο των θεών και η δύναμή τους να μεταμορφώνουν τους ανθρώπους. Ο Οδυσσέας μιλάει πατρικά προκαλώντας τα συναισθήματα του γιου του και διαβεβαιώνοντας ότι ο νόστος έγινε και δεν υπάρχει άλλος Οδυσσέας. Η βεβαιότητα του ήρωα αφηγητή, η συνοπτική αναφορά στα πάθη του και τις περιπλανήσεις του και η εξήγηση της θεϊκής παρέμβασης είναι στοιχεία πειθούς που κάνουν τον Τηλέμαχο να υποχωρήσει και να συντελεστεί η αναγνώριση σε κλίμα έντονης συναισθηματικής φόρτισης, που δίνεται εύγλωττα με την παρομοίωση. Σε αυτό το σημείο επισημαίνεται η δοκιμασία «πείρα» πριν την αναγνώριση ως στοιχείο αρχετυπικό, όπως και η παρουσίαση του θρήνου, πρόκειται για δάκρυα χαράς, που παρουσιάζεται ιδιαίτερα πετυχημένα με εικόνες από το φυσικό βασίλειο (παρομοίωση).Ο ποιητής βάζει τον Τηλέμαχο να κάνει ερωτήσεις φυσιολογικές σε ανάλογες περιπτώσεις (στερεοτυπικές) για το πώς έφτασε στην Ιθάκη και ποιοι τον έσωσαν ( γενιά). Έτσι υποβάλλονται αξίες και δίνεται χρόνος να ακουστεί από πρώτο χέρι η ευγένεια των Φαιάκων στοιχεία που γνωρίζει ο ακροατής της αφήγησης, αλλά δεν γνωρίζει ο ήρωάς της Τηλέμαχος, αφού δεν ήταν παρών στους απολόγους της Σχερίας. Με αφορμή τις ερωτήσεις γίνεται μνεία στη φιλοξενία των Φαιάκων και στη βοήθεια που πρόσφεραν στον Οδυσσέα σεβόμενοι τους ξένους (αξίες στην κοινωνία των Φαιάκων).
Ένα άλλο στοιχείο που πρέπει να σχολιασθεί είναι ο ύπνος του Οδυσσέα και τα δώρα που του δόθηκαν. Η αναφορά στα δώρα ενώνει τα νήματα από το τέλος της ραψωδίας ν με το τέλος της ραψωδίας π. Σημαντική είναι οι δυο τελευταίοι στίχοι της ραψωδίας π, που αποκαλύπτουν τον επόμενο στόχο πατέρα και γιου με τη βοήθεια της Αθηνάς, αλλά και την απαραίτητη κάθαρση για την αποκατάσταση της ισορροπίας στην κοινωνία της Ιθάκης (ομηρικός κόσμος).
Kατά τη διαδικασία του αναγνωρισμού ο Tηλέμαχος έζησε μια κλίμακα συναισθημάτων που παρουσιάζει καμπύλη: από την κατάπληξη και το δέος, πέρασε στη δυσπιστία και στην αμφιβολία, αλλά και γρήγορα στην πειθώ, για να κλείσει με σπαραχτική συγκίνηση. Tη γρήγορη εξέλιξη αυτής της κλίμακας δικαιολογεί ο αιφνιδιασμός στην αρχή και η αναφορά στο θαύμα έπειτα, που λειτουργεί καταλυτικά.
H παρομοίωση των στίχων π 242-5/<216-9>
«O γιος ρίχνεται στην αγκαλιά του πατέρα του, κι οι δυο ξεσπούν σε θρήνο. Tο κλάμα τους παραβάλλεται με τον απελπισμένο και οξύ γόο πουλιών, που τα άφτερα μικρά τους τα άρπαξαν μέσα από τη φωλιά κάποιοι αγρότες. H παρομοίωση θεωρήθηκε γενικά ατυχής, επειδή συσχετίζει το κλάμα της χαράς με τον θρήνο της απελπισίας. [ Όμως] η παρομοίωση και ο θρήνος των πουλιών υποβάλλει πριν απ’ όλα το μοτίβο της στέρησης – κι αυτό θέλει εδώ ο ποιητής να εξάρει. O θρήνος του Oδυσσέα και του Tηλέμαχου, όπως εξάλλου και κάθε κλάμα σε στιγμές αναγνωρισμού ή συνάντησης ύστερα από μακροχρόνιο χωρισμό, υπαγορεύεται περισσότερο από την ανάμνηση της στέρησης, και λιγότερο από τη χαρά για την αντάμωση. H ανάμνηση της στέρησης ανεβαίνει στη συνείδηση, εντονότερα από κάθε άλλη στιγμή, την ώρα της επανασυνάντησης: τώρα που ο χωρισμός τέλειωσε, αποκαλύπτεται αβάσταχτος, παράλογος και τρομερός – γι’ αυτό και κλαίμε ή κ α ι γι’ αυτό.»
Η σκηνή της συνάντησης είναι ιδιαίτερα σημαντική και από άποψη περιεχομένου και από άποψη τεχνική, γι’ αυτό διαθέτει :
- Σχήμα άρσης και θέσης
- Μεταφορές, εικόνες, προσφώνηση, παρομοίωση, σύγκριση, υπερβολή
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου